Ο Πρύτανης του ΤΕΙ Ηπείρου μας απαντά...

Σε έναν αναλυτικότατο απολογισμό των μέχρι σήμερα ενεργειών του ΤΕΙ Ηπείρου και του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ως προς το θέμα της ενοποίησης των δύο ιδρυμάτων, προχωρά ο Πρύτανης του ΤΕΙ Ηπείρου Αναστάσιος Τσίνας, απαντώντας σημείο προς σημείο στο άρθρο της ιστοσελίδας μας με τίτλο «Το σχέδιο Γαβρόγλου για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ κυοφορεί τέρατα…» που δημοσιεύτηκε την περασμένη Τετάρτη.

Ο κ. Τσίνας θεωρώ ότι απαντά εκ μέρους και των δύο ηγεσιών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Ηπείρου, γιατί οι κύριες αιτιάσεις του άρθρου μας απευθύνονταν στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, αφορούσαν ωστόσο το συνολικό χειρισμό του Υπουργείου Παιδείας, σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, άρα θίγουν εξ ορισμού και το ΤΕΙ Ηπείρου.

Δεν αμφισβήτησα σε καμία στιγμή την αγαθή προαίρεση των συμμετεχόντων στην επιτροπή μελών από τα δύο εκπαιδευτικά ιδρύματα, για το μέλλων των ιδρυμάτων τους αλλά θεωρώ πως υπάρχει απόσταση από την αρχική σκέψη της εκ βάθρων αναδιάρθρωσης της ανώτατης εκπαίδευσης που πιστεύω ακράδαντα πως έχει ανάγκη η χώρα, ως αυτά που μεθοδεύονται ή που θα μεθοδευτούν στο εξής από το Υπουργείο Παιδείας, για την αποκόμιση μικροπολιτικών ωφελημάτων.

Και στην περίπτωση που επιβεβαιωθώ, θα είναι δύσκολο για τους δύο πρυτάνεις, Τσίνα και Καψάλη, να υπερασπιστούν τις επιλογές της κυβέρνησης, αν αυτές συγκρούονται με το συμφέρον των ιδρυμάτων τους. Δεν ανακαλώ επίσης, την εδραιά πεποίθηση πως για να προχωρήσει το σχέδιο της ενιαιοποίησης ΑΕΙ και ΤΕΙ στην Ήπειρο, έχουν παίξει το δικό τους ρόλο, συγκεκριμένα άτομα που βρίσκονται κοντά στον Υπουργό, πολιτικά υπεύθυνοι όμως, για κάθε αποτέλεσμα στο τέλος, ενώπιον των τοπικών ακαδημαϊκών κοινοτήτων, θα είναι οι δύο επικεφαλής.

Οι κρίσεις και απόψεις που εκφράζω στο άρθρο μου, είναι εν πολλοίς στοιχειοθετημένες πάνω σε παλιότερα ρεπορτάζ και συνεντεύξεις ή δηλώσεις, κάποιες σίγουρα, έχουν και το ρίσκο της πρόβλεψης, βάσει του δικού μου πολιτικού αισθητηρίου. Σκοπός του άρθρου ήταν να προκαλέσει ένα δημόσιο διάλογο που καλό θα ήταν να είχε ήδη ξεκινήσει και με την απάντησή του ο κ. Τσίνας συμβάλλει ακριβώς σε αυτό. Είμαστε ανοιχτοί να φιλοξενήσουμε κάθε άποψη για το θέμα, ασχέτως του πόσο διαφορετική είναι από τη δική μας.

Παραθέτουμε ολόκληρη την απάντηση του κ. Τσίνα (κάποιες από τις μορφοποιήσεις είναι δικές μας, για τη διευκόλυνση του αναγνώστη).

 

«Αξιότιμε κ. Μπούρχα,

Ως Πρύτανης του ΤΕΙ Ηπείρου και μέλος της Επιτροπής που συγκρότησε ο Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων για τη διερεύνηση μορφών συνεργασίας μεταξύ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του ΤΕΙ Ηπείρου, επιτρέψτε μου να σας καταθέσω μερικές παρατηρήσεις-σχόλια στο ως άνω σχετικό δημοσίευμα/ανάρτηση που υπογράφετε:

 

•  Αναγκαιότητα ή συγκυριακή ικανοποίηση σκοπιμοτήτων;

Η ιδέα της σύγκλισης δυνάμεων με τη διαμόρφωση Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας σε επίπεδο Περιφέρειας έχει τύχει ευμενούς και ευρείας αποδοχής από το σύνολο σχεδόν των εμπλεκόμενων φορέων (Πανεπιστήμια, Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και Ερευνητικά Κέντρα). Η αναγκαιότητα συγκρότησης ενός τέτοιου χώρου, αιτιολογήθηκε με επάρκεια και αξιολογήθηκε θετικά από τη Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων, συνιστώντας κυρίαρχο συμπέρασμα του Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία. Το γεγονός δε, ότι όλα σχεδόν τα κοινοβουλευτικά Κόμματα περιλαμβάνουν πλέον στους προγραμματικούς τους σχεδιασμούς την ιδέα της ενιαιοποίησης των δομών ακαδημαϊκής εκπαίδευσης και έρευνας, όχι μόνο επιβεβαιώνει την παραπάνω διαπίστωση αλλά γεννά βάσιμες ελπίδες για τη διαμόρφωση μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής διακομματικών συγκλίσεων στον ευαίσθητο τομέα της Παιδείας.

Η Περιφέρεια της Ηπείρου φιλοξενεί δύο τριτοβάθμια εκπαιδευτικά Ιδρύματα: το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, το οποίο στην υπερ-πεντηκονταετή του διαδρομή έχει αναδειχθεί ως ένα από τα πλέον αναγνωρισμένα ελληνικά Πανεπιστήμια και το ΤΕΙ Ηπείρου, το οποίο μετά από 23 χρόνια λειτουργίας, έχει κατορθώσει να καταστεί ένας διακριτός και επιτυχημένος περιφερειακός πόλος παραγωγής και μετάδοσης γνώσης. Οι επιμέρους ακαδημαϊκές μονάδες τους είναι εν πολλοίς συμπληρωματικές και από χρόνια τα δύο Ιδρύματα έχουν αναπτύξει πολλαπλές και πολυεπίπεδες εκπαιδευτικές, επιστημονικές και ερευνητικές συνεργασίες μεταξύ τους, υλοποιούν κοινές δράσεις και συμβάλλουν από κοινού στον αναπτυξιακό και παραγωγικό σχεδιασμό της Περιφέρειας Ηπείρου. Σύμφωνα με τις πρόσφατες εκθέσεις εξωτερικής αξιολόγησής τους από την ΑΔΙΠ, και τα δύο Ιδρύματα είναι προσηλωμένα με συνέπεια στην αποστολή τους και έχουν να επιδείξουν σημαντική προσφορά στην Επιστήμη, την Παιδεία και την Ελληνική Κοινωνία. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της κρίσης, χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες του προσωπικού τους, πέτυχαν όχι μόνο να διατηρήσουν αλλά να αυξήσουν περαιτέρω την αποδοτικότητά τους, χωρίς να κάνουν εκπτώσεις στην ποιότητα του έργου τους. Τέλος, επειδή και τα δύο διακρίνονται για τον υψηλό βαθμό εξωστρέφειας και μέριμνας για την τοπική κοινωνία, το σύνολο των φορέων τις Ηπείρου έχουν αναγνωρίσει την κομβική σημασία του ρόλου τους και έχουν επενδύσει στη συμβολή τους για την πραγμάτωση της αναπτυξιακής προοπτικής του τόπου.

Τα παραπάνω διατυπώθηκαν στην εκδήλωση ανοικτού διαλόγου που πραγματοποιήθηκε στα Ιωάννινα στις 31 Μαρτίου 2017, με την παρουσία του Υπουργού και τη συμμετοχή πλήθους συναδέλφων και από τα δύο Ιδρύματα, καταδεικνύοντας ότι είναι πλέον ώριμες οι συνθήκες για τη διερεύνηση της αναγκαιότητας-δυνατότητας-σκοπιμότητας-ωφελιμότητας ώσμωσης του εκπαιδευτικού-ερευνητικού οικοσυστήματος του τόπου σε μια σύγχρονη, ακαδημαϊκά ορθή, αναπτυξιακά δυναμική και κοινωνικά επωφελή, νέα Πανεπιστημιακή δομή στην Ήπειρο. Με αυτήν την προοπτική συγκροτήθηκε από το ΥΠΠΕΘ τον περασμένο Σεπτέμβριο η κοινή, οκταμελής Επιτροπή και αυτά τα δεδομένα οριοθέτησαν το πλαίσιο των εργασιών της, οι οποίες ολοκληρώθηκαν πριν από μερικές ημέρες με την κατάθεση του πορίσματός της.

 

• Επιτροπή «σοφών» ή ενεργούμενων του Υπουργού;

Δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Προσωπικά, αποποιούμαι και τους δύο χαρακτηρισμούς και σας διαβεβαιώ ότι δεν συγκαταλέγομαι στην «παρέα» του Υπουργού. Το ακαδημαϊκό προσωπικό εκάστου Ιδρύματος γνωρίζει ότι τα αντίστοιχα μέλη της Επιτροπής είναι αυτοδύναμες προσωπικότητες, που ξεκίνησαν από διαφορετικές αφετηρίες και καθένα έχει διαγράψει τη δική του διακριτή πορεία και ακαδημαϊκή διαδρομή. Όλα όμως κατέχουν σήμερα ή κατείχαν μέχρι πρόσφατα θεσμική θέση, γεγονός που υποδηλώνει ότι κατά τεκμήριο είναι καλοί γνώστες και μπορούν να εκτιμήσουν ικανοποιητικά τις υφιστάμενες δυνατότητες και προοπτικές των Ιδρυμάτων που υπηρετούν συνολικά, χωρίς να περιορίζονται στη στενή οπτική ενός εκάστου Τμήματος, και το πόρισμα στο οποίο κατέληξαν, να σέβεται και να υπηρετεί την ακαδημαϊκότητα, να έχει μια κατά το δυνατόν ρεαλιστική προσέγγιση και να παρέχει εχέγγυα ευρύτερης αποδοχής.

Πράγματι, η Επιτροπή κατέθεσε το πόρισμά της στον Υπουργό Παιδείας την περίοδο των διακοπών για το νέο Έτος. Γιατί όμως αυτό ερμηνεύτηκε ως βεβιασμένη κίνηση (στο δημοσίευμά σας κάνετε λόγο για «πρεμούρα») και μάλιστα υπό την πίεση του Υπουργείου «για να προλάβει ο Υπουργός και ο Πρωθυπουργός» να αποκομίσουν τα όποια πολιτικά οφέλη; Να σας υποδείξω με τη σειρά μου μια άλλη ανάγνωση, που αποτυπώνει και την πραγματικότητα: μετά από τέσσερεις συνεδριάσεις της Επιτροπής στο διάστημα Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου και πολλαπλές, τυπικές και άτυπες, συναντήσεις ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των μελών της με μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας των Ιδρυμάτων τους, σε μια περίοδο περιορισμένου εκπαιδευτικού, επιστημονικού και κυρίως διοικητικού φόρτου, όπως είναι η περίοδος των διακοπών, τα μέλη της Επιτροπής διέθεσαν, λόγω της σοβαρότητας του εγχειρήματος, τον προσωπικό τους χρόνο, ώστε να διαβουλευθούν μεταξύ τους και να καταλήξουν σε ένα ομόφωνο πόρισμα. Προσωπικά δε, σας βεβαιώνω ότι δεν δέχθηκα από κανέναν καμία πίεση για να το πράξω. Τέλος, σημειώστε ότι η ομοφωνία, και μάλιστα σε τέτοιας εμβέλειας εγχειρήματα, είναι ζητούμενο και σίγουρα όχι δεδομένη, συνεπώς μάλλον θα πρέπει να αξιολογηθεί θετικά.

 

• «Τι μέλλει γενέσθαι»; Μυστικοπάθεια – έλλειψη δημοσιότητας – αποποίηση ευθυνών;

Κακώς ερμηνεύετε το σεβασμό στη δεοντολογία ως «μυστικοπάθεια». Η δεοντολογία επιβάλλει, η Επιτροπή να καταθέσει το πόρισμά της θεσμικά σε αυτόν που την συνέστησε, δηλαδή στον Υπουργό Παιδείας, όπως και ορθά έπραξε. Σημειώστε δε, ότι για τους ακαδημαϊκούς, η τήρηση των κανόνων δεοντολογίας, των κοινά αποδεκτών ηθικών δεσμεύσεων δηλαδή, υπερισχύει πολλές φορές και αυτής της τήρησης των γραπτών νόμων.    

Δεν τίθεται συνεπώς θέμα, ούτε «ομερτά» (όπως μεταφράζεται στη Σικελία η αναφορά σας σε «ρήτρα εμπιστευτικότητας, την οποία θα τηρήσουν όλα τα μέλη της επιτροπής Πανεπιστημίου και ΤΕΙ») ούτε «έλλειψης δημοσιότητας», ούτε τέλος, προσπάθειας αποποίησης των ευθυνών εκ μέρους των μελών της Επιτροπής, «ώστε να μη χρεωθούν αυτά τα όποια σημεία της μελλοντικής πρότασης του Υπουργείου που θα προκαλέσουν αντιδράσεις», για τους εξής λόγους:

(α) Τα μέλη της Επιτροπής σέβονται ότι την πρωτοβουλία επιλογής του χρόνου δημοσιοποίησης του πορίσματος έχει ο Υπουργός Παιδείας και μέχρι τότε δεν ανακοινώνουν τις λεπτομέρειές του.

(β) Ο Υπουργός θα καταγράψει τις παρατηρήσεις του επί του πορίσματος της Επιτροπής, τις οποίες θα αποστείλει μαζί με αυτούσιο το πόρισμα στις Συγκλήτους των δύο Ιδρυμάτων, ζητώντας την τοποθέτησή τους (σημείωση: αυτό ακριβώς έγινε και στα Ιόνια Νησιά τον προηγούμενο μήνα). Άρα, ποιο επτασφράγιστο μυστικό υπάρχει, αφού τις επόμενες μέρες θα κοινοποιηθεί και θα λάβει ευρύτατη δημοσιότητα;

(γ) Όλοι οι συμμετέχοντες στην Επιτροπή γνωρίζαμε, ότι η ιδιότητα μας ως μέλη αυτής ήταν προσωρινή και μάλιστα έληξε με την κατάθεση του πορίσματος. Η κύρια ιδιότητά μας, αυτή του μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας των Ιδρυμάτων μας, διατηρείται και ελπίζω, συν θεώ, να συνεχίσει να υφίσταται για αρκετά χρόνια ακόμη. Αφού λοιπόν, το κείμενο του πορίσματος φέρει την υπογραφή μας, έχουμε κάθε δικαίωμα και υποχρέωση να αιτιολογήσουμε, ή να υπερασπιστούμε αν θέλετε, τις θέσεις-εισηγήσεις μας για το εγχείρημα, πρωτίστως στα ανώτατα συλλογικά όργανα διοίκησης των Ιδρυμάτων μας, στο σύνολο της ακαδημαϊκής μας κοινότητας καθώς και στην κοινωνία της Ηπείρου. Ειδικά δε, για όσα μέλη της Επιτροπής ασκούν Ιδρυματικά καθήκοντα, η ως άνω υποχρέωση είναι και θεσμικά επιβεβλημένη. Συνεπώς, και πάλι η δημοσιότητα, η ανοικτή διαβούλευση και η ευρεία ανταλλαγή απόψεων είναι δεδομένες, και, γιατί όχι, μπορεί να βελτιώσουν την αρχική εισήγηση προς όφελος του Πανεπιστημίου και του τόπου.

(δ) Τέλος, για ποια απόπειρα αποποίησης ευθυνών μιλάτε, αφού είναι προφανές ότι η τυχόν υιοθέτηση τελικά της εισήγησής μας, εν όλω ή εν μέρει, από την Πολιτεία και ανάλογα με την επιτυχία του εγχειρήματος στην πορεία του χρόνου, θα ακολουθεί τον καθένα από εμάς, είτε ως τιμητική αναφορά, όπως ευελπιστώ, είτε ως «ανάθεμα»;                

          

• «Πανεπιστημιοποίηση» του ΤΕΙ ή «Τεϊοποίηση» του Πανεπιστημίου;

Επίσης δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο, αν και η σχετική ορολογία είναι μάλλον αδόκιμη, θέλοντας να υποδηλώσει την «αναβάθμιση» του ενός και την «υποβάθμιση» του άλλου.

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο, ότι συγκεκριμένα Τμήματα του ΤΕΙ Ηπείρου έχουν να επιδείξουν διαχρονικά τέτοιας ποιότητας και εύρους εκπαιδευτικό, ερευνητικό και επιστημονικό έργο, με εθνική και διεθνή εμβέλεια και αναγνώριση, καθώς και ευρύτατη κοινωνική αποδοχή λόγω του υψηλού βαθμού εξωστρέφειας που τα χαρακτηρίζει, τα οποία με την κατάλληλη εξ αρχής υποβοήθηση, κυρίως ως προς τη στελέχωση και δευτερευόντως ως προς τις υποδομές τους, και τις αναγκαίες προσαρμογές των προγραμμάτων σπουδών τους δύνανται, κρίνοντας με αμιγώς ακαδημαϊκά κριτήρια, να μετεξελιχθούν σε αξιοζήλευτα πανεπιστημιακά Τμήματα, τα οποία θα εμπλουτίσουν και θα ενισχύσουν το Πανεπιστήμιο, θεραπεύοντας ευδόκιμα διεθνώς παραδεκτά γνωστικά αντικείμενα. Άλλωστε αυτό, μπορείτε κι εσείς να το βεβαιώσετε, καθώς πολλές φορές έχετε προβάλλει ως δημοσιογράφος τα πρωτότυπα επιστημονικά επιτεύγματα και τις καινοτόμες δράσεις τους. Το ίδιο μπορεί να βεβαιώσει και η πλειάδα των συναδέλφων από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων που συνεργάζεται από ετών με το ακαδημαϊκό προσωπικό των Τμημάτων αυτών, σε κοινές επιστημονικές, ερευνητικές και εκπαιδευτικές δράσεις.

Δεν θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα παραδείγματα, γιατί είναι βέβαιο ότι θα παραλείψω αρκετές αξιομνημόνευτες επιτυχίες τους και θα αδικήσω το μόχθο και τις προσπάθειες συναδέλφων. Ευτυχώς όμως, όλα είναι αναρτημένα, σε δημόσια θέα, στην ιστοσελίδα του Ιδρύματος. Προτρέπω, τόσο εσάς όσο και τους αναγνώστες σας, να την επισκεφθείτε για να διαπιστώσετε: (α) τη συγκεντρωτική καταγραφή διαχρονικά του έργου των Τμημάτων του ΤΕΙ Ηπείρου, όπως αποτυπώνεται στις εκθέσεις εσωτερικής και κυρίως εξωτερικής αξιολόγησης (ιστοσελίδα της ΜΟΔΙΠ: http://modip.teiep.gr), (β) το πλήθος και την ποιότητα των εθνικών και διεθνών ανταγωνιστικών ερευνητικών προγραμμάτων που εκπονήθηκαν και εκπονούνται στο Ίδρυμα με τις αντίστοιχες χρηματοδοτήσεις τους (ιστοσελίδα ΕΛΚΕ: http://research.teiep.gr), και (γ) το «επιστημονικό βάρος» και την «αξιοσύνη» του ακαδημαϊκού προσωπικού του Ιδρύματος, όπως προκύπτει από τα βιογραφικά τους σημειώματα, ώστε να αναγνωριστεί ως ευδόκιμο πανεπιστημιακό προσωπικό (επιμέρους ιστοσελίδες των Τμημάτων στον κεντρικό ιστοχώρο: http://www.teiep.gr).        

Βεβαίως υπάρχουν και Τμήματα στο ΤΕΙ Ηπείρου, τα οποία για διάφορους λόγους, που δεν είναι του παρόντος να αναλυθούν, πρέπει με θάρρος και ρεαλισμό να παραδεχθούμε ότι έχουν εξαντλήσει πλέον τη δυναμική τους και δεν φαίνεται να έχουν προοπτική, καθώς δεν παρέχουν εχέγγυα ακαδημαϊκής βιωσιμότητας, χωρίς όμως, στο σύνολο σχεδόν των περιπτώσεων, να ευθύνεται για αυτό το ακαδημαϊκό προσωπικό που υπηρετεί σε αυτά. Η Επιτροπή μελέτησε με ιδιαίτερη προσοχή και τις περιπτώσεις αυτών των Τμημάτων και στο πόρισμά της εισηγείται συγκεκριμένες λύσεις.

Τέλος, τα περί «τερατογενέσεων», «μπαχαλοποίησης της Ανώτατης Εκπαίδευσης στην Ήπειρο» και «ολέθριων συνεπειών» του εγχειρήματος, θεωρώ ότι αποτελούν ατυχείς εκφράσεις και δεν μπαίνω στον κόπο να τις σχολιάσω.

 

• Συλλογή υπογραφών: Έκφραση αντίδρασης ή επιφυλάξεων;

Είναι αυτονόητο, ότι αυθεντική απάντηση στο ερώτημα μπορεί να δώσει μόνο ό καθένας από τους συναδέλφους του Πανεπιστημίου που υπέγραψε τα σχετικά κείμενα. Επιτρέψτε μου όμως να εκτιμώ ότι μάλλον πρόκειται για το δεύτερο, δηλαδή για την εκδήλωση επιφυλάξεων και την κατάθεση του προβληματισμού τους, πράγμα απόλυτα αποδεκτό, γιατί όχι και συνετό. Γνωρίζω αρκετούς από τους υπογράφοντες, τους οποίους σέβομαι και εκτιμώ για την προσωπικότητα, το κύρος και την ακαδημαϊκή τους προσφορά και δεν μπορώ να δεχθώ ότι με την υπογραφή τους εκφράζουν την αντίδρασή τους, και μάλιστα με γενικόλογες αιτιάσεις, σε μια πρόταση, η οποία μέχρι σήμερα τουλάχιστον… δεν έχει κοινοποιηθεί και δεν είναι γνωστές οι επιμέρους πτυχές της! Είναι χαρακτηριστικό του ακαδημαϊκού δασκάλου, όταν του τίθεται ανάλογης σημασίας ζήτημα, να τοποθετείται εμπεριστατωμένα, αναλυτικά και με ειδική αιτιολόγηση των θέσεών του, και εάν διαφωνεί, να καταθέτει την αντιπρότασή του, επίσης με την προσήκουσα επιχειρηματολογία, τεκμηριώνοντάς την με αναφορά στη διεθνώς αποδεκτή ακαδημαϊκή πραγματικότητα.

Εάν όμως, το ερώτημα εν πολλοίς ήταν: «Αποδέχεστε την αυτόματη ένταξη των Τμημάτων του ΤΕΙ Ηπείρου στο Πανεπιστήμιο, ως έχουν και χωρίς καμία ενίσχυση τους και προσαρμογή των προγραμμάτων σπουδών τους, αντικαθιστώντας επί της ουσίας μόνο τις επιγραφές που κοσμούν την προμετωπίδα των εγκαταστάσεών τους», τότε μπορείτε να προσμετρήσετε και τη δική μου υπογραφή, ως έκφραση εντονότατης αντίδρασης. Νομίζω, ότι η τοποθέτησή μου στην αμέσως προηγούμενη παρατήρηση εξηγεί επαρκώς το γιατί.  

 

• Επίλογος

Τα μέλη της Επιτροπής εργαστήκαμε συστηματικά, με πνεύμα συνεργατικό, εντός ενός πλαισίου που οριοθέτησε η κοινή αντίληψη της ακαδημαϊκής πραγματικότητας και η εκτίμηση της δυναμικής και της προοπτικής της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ήπειρο. Θεωρήσαμε ότι η αναμόρφωση του χάρτη της ανώτατης εκπαίδευσης στην περιοχή είναι ένα ώριμο αίτημα, με πολλαπλασιαστικά οφέλη για την αναπτυξιακή πορεία του τόπου, και για αυτό απόλυτα αναγκαίο, που δεν πρέπει να καθυστερήσει. Σεβόμενοι την ακαδημαϊκή μας ιδιότητα και αντιλαμβανόμενοι τη σπουδαιότητα του εγχειρήματος, δεν περιοριστήκαμε να καταθέσουμε μια πρόταση ευκαιριακής μετονομασίας ορισμένων Τμημάτων του ΤΕΙ για να ενσωματωθούν στο Πανεπιστήμιο, αλλά στοιχειοθετήσαμε ένα συνολικό σχέδιο επαναπροσδιορισμού της Εκπαίδευσης και της Έρευνας στην Ήπειρο, το οποίο θα αρχίσει να υλοποιείται άμεσα και θα ολοκληρωθεί σε βάθος πενταετίας. Στο σχέδιο αυτό προβλέψαμε την ίδρυση δομών, στις οποίες περιλαμβάνονται νέα πανεπιστημιακά Τμήματα, νέα διετή προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και ένα νέο Ερευνητικό Κέντρο. Στόχος μας είναι με τη σύγκλιση των υφιστάμενων δυνάμεων και μέσω της επιδιωκόμενης ακαδημαϊκής ώσμωσης, να προκύψει μια ενισχυμένη και εύρωστη Πανεπιστημιακή δομή, η οποία θα τιμά την ιστορική διαδρομή των προκατόχων της και θα υπηρετεί επάξια την Παιδεία, την Ελληνική Κοινωνία και την Ήπειρο. Η επιτυχία όμως του συνολικού εγχειρήματος θα εξαρτηθεί στο μέγιστο βαθμό από τη δυναμική που θα δημιουργήσει στο εκπαιδευτικό και ερευνητικό οικοσύστημα, η ενεργή συμμετοχή του οποίου θα είναι απολύτως καθοριστική.

Μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος της Επιτροπής, είμαι στη διάθεσή σας για ενδελεχή «ανάκριση» και «απολογία»…

Με εκτίμηση

Αναστάσιος Τσίνας

Πρύτανης του ΤΕΙ Ηπείρου»